Apr 172016
 

bipeΠέμπτη 14/4/2016, καταυλισμός προσφύγων Δράμας.
Κάπου γύρω στις 5μ.μ. φτάνουμε στον καταυλισμό. Είμαστε 4 εθελοντές και είναι 560 φιλοξενούμενοι. Η πρώτη εικόνα που αντικρίζεις είναι η αποθήκη. Ανεβαίνουμε τα σκαλιά καθώς η προηγούμενη βάρδια εθελοντών ξεφορτώνει ένα φορτηγό με δωρεές. Σε πολλές απ’ τις κούτες αναγράφεται το περιεχόμενο και η προέλευση. Σχολεία, σύλλογοι, ιδιώτες. Η υπεύθυνη μας κατατοπίζει, και πριν προλάβει να κλειδώσει η πόρτα, μια αντιπροσωπεία των “γιατρών χωρίς σύνορα” μας επισκέπτεται. Δεν πλησιάζω αλλά ακούω τις συνομιλίες: “Είναι ο πιο οργανωμένος καταυλισμός που έχουμε δει” και φεύγουν εντυπωσιασμένοι από το μέγεθος της προσφοράς των κατοίκων της περιοχής. Δεν έχω ιδέα ακόμα για το πως είναι ο χώρος φιλοξενίας και η περιέργεια με τρώει…
Όταν πια έχουμε τελειώσει με την τακτοποίηση της αποθήκης, κατευθυνόμαστε προς το κύριο κτήριο της παλιάς καπναποθήκης. Στη διαδρομή μικρά προσφυγόπουλα μας προϋπαντούν. Τα κοριτσάκια αγκαλιάζουν την Kiki και δεν την αφήνουν απ’ τη χαρά τους. Λίγα μέτρα μετά φτάνουμε στη κύρια είσοδο του κτηρίου. Μερικά βήματα προς το εσωτερικό και συνειδητοποιείς το μέγεθος του χώρου αλλά και του προβλήματος. Εκατοντάδες μικρές κυψέλες ιδιωτικότητας, χωρισμένες με σεντόνια και κουβέρτες. Παιδιά τρέχουν, παίζουν, κλαίνε, ενώ μερικοί κάθονται και κοιτούν τα νέα του πολέμου στη τηλεόραση. Μια κυρία ζωγραφίζει με ένα μολύβι σε μπλοκ, και δεν χάνει την ευκαιρία να μας επιδείξει τα έργα της με περηφάνια. Στο βάθος ο πάγκος ετοιμάζεται για το συσσίτιο.
Το φαγητό μοιράζεται και έξω έχουν ήδη ξεκινήσει οι πρόβες για την συναυλία αλληλεγγύης. Περνώντας στην αυλή μια παρέα πιτσιρικάδων με πλησιάζει θέλοντας να παίξουν. Τους ρωτάω στα αγγλικά τα ονόματα και την ηλικία τους. Ο Ομάρ είναι 5 χρονών. Όσο και ο παππούς μου ο Παντελής, όταν άφησε τα χώματα της Νικομήδειας. Τα μάτια του αστράφτουν. Μέσα σε λίγες μέρες καταλαβαίνει τόσο καλά τα αγγλικά, απ τα μαθήματα που προσφέρονται από εθελοντές (ελληνικά-αγγλικά) που κάνει και τον μεταφραστή στους φίλους του.
Ο ήλιος πέφτει πίσω από τα ρούχα που στεγνώνουν στα σύρματα. Στα ίδια σύρματα που στεγνώνουν τα όνειρα και οι ελπίδες αυτών των ανθρώπων. Οι ρεμπέτικες πενιές δίνουν τη θέση τους σε ένα Σύριο καλλιτέχνη. Το γλέντι παίρνει φωτιά. Τραγούδια από την πατρίδα. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά, δεκάδες άντρες βρίσκονται στο κέντρο και χορεύουν κρατώντας στους ώμους φίλους και παιδιά. Κλείνεις τα μάτια και είσαι πίσω. Στο σπίτι, στη γειτονιά, στο τόπο σου…
“Όσοι σας φοβούνται, δεν σας κοίταξαν στα μάτια” είπε σήμερα ο Πατριάρχης μας. Και δεν θα μπορούσα να βρω λόγια καταλληλότερα για να κλείσω αυτή την προσωπική μου κατάθεση…

Panagiotis Bardakis

Sorry, the comment form is closed at this time.