Dec 232014
 

Ο φίλος μου ο Φάνης πήρε προ ετών ένα στεγαστικό δάνειο. Μισθωτός του ιδιωτικού τομέα ήτανε, είχε μια σταθερή δουλειά, πήγαινε καλούτσικα κι η επιχείρηση στην οποία δούλευε, έβγαινε το μεροκάματο. Τα υπολόγισε, λοιπόν, έκανε το κουμάντο του, λίγο παραπάνω χρήματα από το νοίκι που έδινε θα πλήρωνε στην τράπεζα κάθε μήνα και θα του έμενε και το σπίτι, την πήρε την απόφαση να το αγοράσει το διαμερισματάκι. Κύριος στις δόσεις του και συνεπέστατος ο Φάνης τον πρώτο καιρό, τι κι αν στριμώχτηκε λιγάκι, περίφημα τον είχε οργανώσει τον ταπεινό του βίο και τον οικογενειακό του προγραμματισμό.

Ωσπου αρχίσανε οι μειώσεις και τα «προσωρινά» χαράτσια. Πάνε οι τριετίες και οι ωριμάνσεις, κλάφ’ τα και τα επιδόματα γάμου και μεταπτυχιακού, καταργήθηκαν οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τα εισοδήματα πήρανε την κατιούσα. Σε αντίθεση με φόρους, άμεσους και έμμεσους, που πήρανε τα πάνω τους και γιγαντώθηκαν, «διά την σωτηρίαν της πατρίδος». Και σαν να μη φτάνανε όλα αυτά, πλήρωνε διπλή τη δόση του σπιτιού του: μία για την τράπεζα και μία για τον ΕΝΦΙΑ. Πώς να τα βγάλει πέρα ο Φάνης και τι να πρωτοπληρώσει; Ξεκίνησαν οι καθυστερήσεις στην καταβολή της δόσης.

Πέρασε κι απ’ την τράπεζα κι εξήγησε στον διευθυντή πως για την αδυναμία του ουδεμία ευθύνη φέρει· αυτός σωστά τα προγραμμάτισε, άλλοι αλλάξανε μονομερώς και βίαια τις καταστάσεις. Κι ανέφερε πως θα ’ταν λογικό, αφού το κράτος μείωσε τα εισοδήματά του, να δείξει μέριμνα και για τη δόση του δανείου του και να φροντίσει αναλογικά κι αυτή να μειωθεί, καθώς και το κεφάλαιο που ’χει να αποπληρώσει. Κούνησε το κεφάλι του ο διευθυντής με περισσή συμπόνια, δόξασε και τον Θεό από μέσα του που το δικό του το μηνιά­τικο ανέγγιχτο έχει μείνει κι είπε στον Φάνη πως τίποτα δεν μπορεί να κάνει καθώς τα ληξιπρόθεσμα πουλήθηκαν σε εισπρακτικές εταιρείες.

Εκατσε ο Φάνης και το φιλοσόφησε. Η τράπεζα κινδύνευσε, σου λέει, επειδή βρέθηκε με ανοίγματα που δεν μπορούσε να καλύψει. Σπεύσανε κυβερνήσεις κι εταίροι να τη σώσουνε, να σταθούνε αλληλέγγυοι στη δύσκολη στιγμή της κι ανοίξανε την κάνουλα του χρήματος. «Γιατί τα πήρε η τράπεζα τα χρήματα;» αναρωτήθηκε ο Φάνης. «Για να καλύψει και τις επισφάλειες από δάνεια σαν το δικό μου, που δεν μπορώ πια να εξυπηρετήσω, με ευθύνη τρίτων». Αφού, λοιπόν, κάποιος μηχανισμός στήριξης την κάλυψε την τράπεζα για τις ανεξόφλητες δόσεις του φίλου μου του Φάνη, γιατί αυτή επιμένει να τον κυνηγά; Για να εισπράξει τα χρωστούμενα από δυο μεριές;

Να πεις ότι τα δανεικά των μηχανισμών στήριξης θα τα επιστρέψει κάποια στιγμή η τράπεζα και γι’ αυτό κυνηγά τους Φάνηδες αυτού του κόσμου, ας είναι. Ομως το μεγαλύτερο μέρος των διευκολύνσεων που δόθηκαν στην τράπεζα εγγράφηκε στο δημόσιο χρέος. Που πάει να πει πως κι αυτό ο Φάνης θα το πληρώσει! Τριπλή η δόση του σπιτιού του Φάνη λοιπόν: μία για το υπόλοιπο που χρωστά στην τράπεζα και που δεν μειώθηκε ποτέ, μία για το χαράτσι και μία για την εγγραφή στο δημόσιο χρέος των δανεικών που εισέπραξε η τράπεζα για να ορθοποδήσει!

Ας πέρναγε, τουλάχιστον, η τράπεζα στον έλεγχο του Δημοσίου, ας ξηλώνονταν οι διοικήσεις που την οδήγησαν στις ξέρες, ας καταλογίζονταν ευθύνες επιτέλους, να νιώσει ο Φάνης ότι πιάσανε και λίγο τόπο τα κερατιάτικα. Αντ’ αυτού, ξεφυλλίζει τις ολοσέλιδες διαφημίσεις τους στις κυριακάτικες εφημερίδες διαβάζοντας κομπασμούς για στιβαρά οικονομικά μεγέθη, φληναφήματα για στήριξη στον μικρομεσαίο επιχειρηματία κι αγρότη, κουραφέξαλα περί εταιρικής ευθύνης και κούφιες ευχές για τα Χριστούγεννα, την ώρα που ο ίδιος ξέρει πως δεν μπορεί να πάρει δώρα στα παιδιά του.

 

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ: http://www.efsyn.gr/

Sorry, the comment form is closed at this time.